ἑξασύλλαβος

ἑξα-σύλλᾰβος, ον,
A of six syllables,

πόδες Aristid.Quint.1.22

; χορίαμβος Sch.Ar.Av.738.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑξασύλλαβος — of six syllables masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξασύλλαβος — Εκείνος που αποτελείται από 6 συλλαβές. Αναφέρεται κυρίως σε ποιητικό στίχο. Λέγοντας όμως στην ποίηση ε., ο στίχος μπορεί να αποτελείται από περισσότερες συλλαβές, καθώς με τις συνιζήσεις και τις συνεκφωνήσεις οι 7, 8 ή και 9 συλλαβές μπορούν να …   Dictionary of Greek

  • εξασύλλαβος — η, ο 1. που έχει έξι συλλαβές, που αποτελείται από έξι συλλαβές: Εξασύλλαβη λέξη. 2. το αρσ. ως ουσ., εξασύλλαβος (μετρ.), στίχος από έξι συλλαβές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑξασυλλάβω — ἑξασύλλαβος of six syllables masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἑξασύλλαβος of six syllables masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑξασυλλάβως — ἑξασύλλαβος of six syllables adverbial ἑξασύλλαβος of six syllables masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑξασύλλαβον — ἑξασύλλαβος of six syllables masc/fem acc sg ἑξασύλλαβος of six syllables neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑξασυλλάβου — ἑξασύλλαβος of six syllables masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑξασυλλάβους — ἑξασύλλαβος of six syllables masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑξασύλλαβοι — ἑξασύλλαβος of six syllables masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • hexasílabo — (Del gr. hex, seis + syllabe, sílaba.) ► adjetivo/ sustantivo POESÍA Se aplica al verso o a la palabra que tiene seis sílabas. * * * hexasílabo, a (del lat. «hexasyllӑbus», del gr. «hexasýllabos») adj. y n. m. Métr. Compuesto de seis *sílabas:… …   Enciclopedia Universal

  • hexasílabo — hexasílabo, ba (Del lat. hexasyllăbus, y este del gr. ἑξασύλλαβος). adj. De seis sílabas. Verso hexasílabo. U. t. c. s.) …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.